βούλιος

βούλιος, ον
A

, (βουλή) βουλευτικός 1.2

, sage, A.Ch.672 (in [comp] Comp. -ώτερος, prob. (for δούλιος) in Id.Supp.599 (lyr.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βούλιος — βούλιος, ον (Α) [βουλή] συνετός, σοφός …   Dictionary of Greek

  • βούλιος — sage masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βούλιος — Βούλις fem gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλιώτερον — βούλιος sage masc acc comp sg βούλιος sage neut nom/voc/acc comp sg βούλιος sage adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βούλιον — βούλιος sage masc/fem acc sg βούλιος sage neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλίοις — βούλιος sage masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλίου — βούλιος sage masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βούλιοι — βούλιος sage masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλή — η (AM βουλή, Α και δωρ. τ. βωλά και αιολ. τ. βόλλα) 1. απόφαση («δίνω, παίρνω, βάνω, βγάζω βουλή», «Διὸς δ΄ ἐτελείετο βουλή» και γινόταν το θέλημα του Δία) 2. γνώμη, συμβουλή («ήδωκε γνωστική βουλή σ εκείνο που κατέχει», «βουλὴν προτιθέναι» το να …   Dictionary of Greek

  • ομοβούλιος — ὁμοβούλιος, ὁ (Α) προσωνυμία τού Διός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο) * + βούλιος «συνετός»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.